Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Ταξίδι μου πρώτο, να που ήρθε η σειρά σου...


 Δεν θυμάμαι ακριβώς ποιά χρονιά ήταν. Ίσως ήταν το 2003. Πιτσιρίκι εγώ, στην 6η δημοτικού. Ένας φίλος, μου δίνει ένα αντιγραμμένο cd. Το είδος λέει ήταν low bap (;;). Το συγκρότημα active member (;;) και το cd, fiera (;;). Το άκουγα συχνά. Ούτε θυμάμαι γιατί. Σίγουρα έπαιξε ρόλο ότι σε ένα τραγούδι ράπαρε ενα πιτσιρίκι στην ηλικία μου (ramon). Και εκεί αρχίζει το ψάξιμο. Πολύ ψάξιμο. Γρήγορα αγόρασα ότι cd είχε το δισκοπωλείο της γειτονίας μου. Είχα πάει με 100 ευρώ ( μου τα είχε δώσει η γιαγιά μου) και αγόρασα ότι υπήρχε. Από τότε κόλλησα για τα καλά. Θυμάμαι τον εαυτό μου στην 1η Γυμνασίου να κάθετε στο μάθημα και να γράφει στίχους απο τραγούδια. Πέρασε σχεδόν μια δεκαετία. Δεν ξέρω τι έχει αλλάξει απο τότε. Το low bap έχει μείνει εκεί πάντως. Εκτός απο μουσική, έχει γίνει αναμνήσεις, παρέα, ιδεολογία, στίχοι και στιγμές. Και ίσως αυτό έχει σημασία και μόνο. Όχι τα κουτσομπολιά, οι κόντρες και οι υπερβολές. Αλλά μια στιγμή. Αυτή που διαλέγει ο καθένας να κρατήσει. Ένας στίχος. Μια φωνή σε ένα live. Ένα απλό αγκάλιασμα στο ''σκιάχτρο''.
Ακόμα ακούω...




Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Σούπερ ήρωες με ρόπαλα



(Την ταραχή του Αρσάντ -θύμα ξυλοδαρμού- που μου περιέγραψε το παρακάτω περιστατικό, προ-
σπάθησα να αποτυπώσω και στο κείμενο).*

Οταν τους άκουσε να έρχονται βρίζοντας, κρατώντας κράνη και ρόπαλα, είδε καμιά πενηνταριά να έρχονται φορώντας κράνη και ρόπαλα, έβριζαν, φορούσαν κράνη, κρατούσαν ρόπαλα και τους άκουσε να έρχονται, όταν είδε κι άκουσε να έρχονται καμιά πενηνταριά σα στρατός με κράνη και ρόπαλα, τότε έτρεξαν. Εκείνη ακριβώς τη νύχτα – ή μήπως είχε ξημερώσει; - κάποια στιγμή, τέλος πάντων, μέρας ή νύχτας, που όλα τα χρόνια κύλησαν μέσα σε δευτερόλεπτα, έτρεξαν στην ταράτσα, πήδηξαν δίπλα και κρύφτηκαν στης κυρίας Καίτης. Ως εκείνη τη στιγμή που τους άκουσε να έρχονται βρίζοντας, ο Αρσάντ κοιμόταν. Οχι του καλού καιρού. Οπως μπορούσε. Δούλευε δώδεκα ώρες, κουβάλαγε, φοβόταν, έχτιζε, έσερνε, πούλαγε, καθάριζε, γέλαγε σφιγμένα, φοβόταν, δούλευε. Ο λαιμός πάντα με μια κλίση προς τα κάτω. Κάπως να κρύβεται. Αυτή η στάση τού έμεινε και στον ύπνο. Ετσι κοιμόταν, όταν τους άκουσε να βρίζουν και να έρχονται σπάζοντας την αυλόπορτα του σπιτιού. Οχι ένας. Χίλιοι. Πενήντα.Ξέρω ’γώ; Προχώρησαν και σπάσανε το φιμέ τζάμι στην πόρτα. Την κλειδαριά. Τον ψευτοκαθρέφτη στο διάδρομο. Τη λαμπίτσα στο ταβάνι. Το ψυγείο – αλλά ήταν παλιό, δεν πειράζει. Γκρέμισαν το τραπέζι. Τον τοίχο με την αφίσα. Ξύπνησε τελείως την ώρα που μ’
ένα λοστό έσπαγαν τη λεκάνη της τουαλέτας. Παράξενη η εμμονή τους με τη λεκάνη της τουαλέτας. Το ‘χουν συνήθειο αυτό αυτοί, σκέφτηκε. Ή, μάλλον, δε σκέφτηκε. Τινάχτηκε σαν κομματάκι θρυμματισμένo γυαλί. Οπως - όπως. Δε πρόλαβε να ξυπνήσει τους άλλους. Ξυπνήσανε από μόνοι τους. Ακουγε ήδη τις πατούσες τους να τρέχουν στην ταράτσα. Μαζί κι αυτός. Κανονικά δεν πρέπει να τρέχει. Για να μην κινεί υποψίες. Αλλά, αυτά είναι γι’ άλλη ώρα. Τώρα, έπρεπε να τρέξει.
Αλλιώς αυτοί οι πενήντα σούπερ ήρωες με τα κράνη και τα ρόπαλα θα τον γ..... Ετσι δε φώναζαν; Αμέ. Ευτυχώς, τους έκρυψε η γερόντισσα – γειτόνισσα σπίτι της. Οι σούπερ ήρωες εξαφανίστηκαν όπως συμβαίνει πάντα με τους σούπερ ήρωες. Πετώντας. Γελώντας… Κοκορεύονταν. Ο Αχμάντ, ο Σατζίντ, η Ρίφα, ο Ομάρ, η Αϊσέ πιάνανε δουλειά σε λίγο. Μάλλον ξημέρωνε. Μάζεψαν τα γυαλιά, ισιώσανε το τραπέζι, τα γυαλιά που παραλίγο να πατήσουν, τα μάζεψαν και ισιώσανε το τραπέζι, για
να ‘χουν ν’ ακουμπήσουν κάπου ισιώσανε το τραπέζι και μάζεψαν λίγο. Υστερα βλέπουνε.

* H διευκρύνηση που έχει μπεί στο πάνω μέρος του άρθρου είναι προσθήκη της εφημερίδας. Δεν ήθελα να γραφτεί. Ο λόγος που μπηκε -και συμφώνησα εν τέλει- ήταν για να καταλάβει καλύτερα ο μέσος αναγνώστης τον λόγο που το κείμενο είναι γραμμένο έτσι. Επειδή όμως δεν σας αντιμετωπίζω σαν μέσο αναγνώστη... θα προτιμούσα να παραλείψετε αυτή την φράση απο την ανάγνωση του κειμένου.

                                                                                                                              SADAHZINIA

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Είμαι ένοχος!... Απείχα!


 Απ' ότι καταλάβατε δεν θα μιλήσω για κάτι πρωτότυπο. Αλλά για κάτι βαρέτο και αναμενόμενο. Ο λόγος που το γράφω είναι για μένα. Μπας και βάλω τις σκέψεις μου σε μία σειρά.
 Απείχα λοιπόν. Έκατσα έξω από το εκλογικό κέντρο και περίμενα τους δικούς μου να ψηφίσουν. Και θα με ρωτήσετε γιατί. Για να μην χαθώ θα βάλω τις σκέψεις μου σε δύο κατηγορίες.
Θεωρητικά: Διαφωνώ με το σύστημα τις ανάθεσης (πολίτες-πολιτικοί). Διαφωνώ με τον κοινοβουλευτισμό (θεωρώ πως ευνοεί ένα πελατειακό σύστημα και είναι ένας εντελώς απαρχεομένος και αντιδημοκρατικός θεσμός). Επίσης δεν θεωρώ πως έχουμε πραγματική δημοκρατία. Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι γνωστό ότι έχει ως βιτρίνα την δημοκρατία και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν βάζει να αναλαβουν άλλοι (τραπεζίτες κλπ). Αυτό το σύστημα λοιπόν (καπιταλισμός) δεν ανατρέπεται με εκλογές. (Στοπ!! Δεν θα με ρωτήσετε πως αλλάζει. Δεν ξέρω! Και απαντήσεις τύπου ''Με μια επανάσταση'' δεν με καλύπτουν απόλυτα πλέον)
Πρακτικά: Ξέρω ότι θα ακουστεί τετρημένο αλλά ισχύει απόλυτα στην περίπτωσή μου. Δεν υπάρχει ένα κόμμα που να σέβομαι και να με εκφράζει (έστω και λίγο). Έτσι, δεν είμαι διατεθιμένος να αφήσω έστω και με την λογική του λιγότερου κακού ή με μια δόση χιούμορ την ψήφο μου σε οποιονδήποτε. Δεν είμαι διατεθιμένος να ψηφίσω κάποιον ο οποίος δεν θέλει να κυβερνήσει ακόμα και αν ο ''αντίπαλος'' του μου προκαλεί εμμετό.
  Υπάρχει κάτι που πάντα με νευρίαζε στις εκλογές. Η δήθεν πολιτικοποίηση που συνήθως μετατράπεται σε κομματικοποίηση του απολίτικ κόσμου. Άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με κοινωνικά-πολιτικά θέματα κάθε τέσσερα χρόνια όταν τους λέω ότι δεν ψήφισα με θεωρούν παρτάκια-ανόριμο-μηδενιστή και ότι στερούμαι πολιτικής άποψης. Και εγώ πρέπει να απολογηθώ για το έγκλημα μου. Αλλά δεν πειράζει. Αφού θα την φάμε την τσα-που. Ας είμαστε τουλάχιστον καλά με την καρδούλα μας. Με αυτήν θα γεράσουμε εξ' άλλου...


Υ.Γ.1: Θα περάσουν και αυτές οι εκλογές. Αυτοί που μας καταλογίζουν απραξία επειδή απέχουμε απο το πανυγηράκι τους, θα ξαναγεμίσουν τα club, τις πίστες, εννίοτε και τις πλατείες και εμείς θα νιώθουμε γραφικοί.

Υ.Γ.2: Πότε θα προχωρήσουμε σαν χώρα και σαν ανθρωπότητα γενικότερα; Κάνοντας ζάπινκ είδα έναν καμμένο, χοντρό αρχηγό κόμματος να επικαλείται έναν αόρατο φίλο του (νομίζω τον είπε ''θεό'') για το μέλλον της χώρας. Αυτό μόνο σε μένα φαίνεται τρομακτκό;;

                                                                                            17-6-2012  
Ελλάδα με αρχηγό του πρώτου κόμματος τον πρώην άντρα της Βίσση..

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Με την σοκολάτα στα χέρια τους...


Ήταν Ιούνιος του 2002 σε μια γειτονιά της πόλης Τζενίν στην Παλαιστίνη. Η οικογένεια του Γιουζέφ Αμπού Αζιζ σηκώθηκε γύρω στις 7 όπως συνήθως. Έξω είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία -συνηθισμένο φαινόμενο τα τελευταία χρόνια- και κανείς δεν ηξέρε πότε θα γινόταν η παύση της απαγορεύσης. Όλα τα μικρότερα παιδιά ήταν σπίτι. Έκτος από τον μεγάλο γιό που σπούδαζε ιατρική στο Κάιρο και τα δύο άλλα αγόρια που ήταν χτίστες στην Ραμάλα. Ο πατέρας κλείδωνε πάντα την πόρτα αυτές τις ώρες ώστε να μην βγούν έξω οι τρείς μικροί γιοί του, ο Τζαμίλ (13 χρονών), ο Ταρίκ (11) και Αχμέντ (6) και κινδυνεύσουν από τις στρατιωτικές περιπολίες. Γύρω στις 11.30π.μ ένα γειτονόπουλο χτύπησε την πόρτα. ''Η απαγόρευση σταμάτησε, μπορείτε να βγείτε έξω''. Ο Γιουζεφ έλεγξε από το παράθυρο και πράγματι είδε το δρόμο γεμάτο αυτοκίνητα και κόσμο έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τις δουλειές τους. Ο μικρός Αχμέντ ζήτησε ένα σέκελ (νόμισμα πολύ μικρής αξίας) για να βγεί και να αγοράσει μια σοκολάτα. Το μπακάλικο ήταν 200 μέτρα μακριά από το σπίτι. Ο Τζαμίλ και ο Ταρίκ ζήλεψαν και ζήτησαν και εκείνοι από ένα σέκελ για να αγοράσουν καραμέλες. Πήραν ο καθένας το ποδηλατό του. ''Αγοράστε τα κι ελάτε γρήγορα σπίτι'', τους φώναξε ο πατέρας τους κι ύστερα κάθισε να δεί τον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ Βραζιλίας και Αγγλίας... Μετά από λίγο άκουσε μια δυνατή έκρηξη στο δρόμο και πολύ φασαρία. Κάποιοι φώναξαν ''Καλέστε ασθενοφόρο''. Ο Γιούζεφ πήρε γρήγορα τηλέφωνο στο νοσοκομείο. ΄Υστερα γύρισε να δεί τον αγώνα κι ούτε που σκέφτηκε ότι μπορεί να πρόκειται για τα παιδιά του. Έτσι κι αλλιώς παρόμοιες εκρήξεις συνέβαιναν σχεδόν κάθε μέρα. Ύστερα απο λίγο τον ειδοποίησαν ότι τα παιδιά του ήταν τραυματισμένα -κανείς δεν είπε νεκρα- στο νοσοκομείο. Μα είχε απαγορευτεί ξανά η κυκλοφορία και εκείνος δεν μπορούσε να πάει στο νοσοκομείο που ήταν μόνο λίγα λεπτά μακριά. Τελικά πήρε άδεια να πάει με το όχημα των Ηνωμένων Εθνών. Όταν έφτασε εκεί ο μικρός Αχμέντ ήταν ήδη νεκρός. Ο Τζαμίλ πέθανε μετά απο λίγα λεπτά στο χειρουργείο και μόνο ο Ταρίκ ήταν ζωντανός. Το αδύνατο κορμάκι του ήταν διασωληνωμένο κι είχε τρύπες από σφαίρες στο στομάχι, στους πνεύμονες στο συκώτι, στο αριστερό και δεξί πόδι και στο γόνατο. Τι είχε συμβεί;
 Ο γιατρός Σάμερ Αλ Αχμέντ με το αμάξι του εκείνο το πρωί, βιαζόταν να πάει στην αγορά για τρόφιμα πριν απαγορευτεί ξανά η κυκλοφορία. Όταν επέστρεφε σπίτι τον σταμάτησαν δύο στρατιωτικά τζίπ και τον διέταξαν -μαζί και άλλους διακόσιους Παλαιστίνιους που βρίσκονταν κοντά- να μην απομακρυνθούν. Μετά απο μισή ώρα, οι ίδιοι στρατιώτες του είπαν να φύγει. Εκείνος νόμιζε ότι επέστρεφε ασφαλής σπίτι, όταν είδε ένα τανκ να τον ακολουθεί. Έστριψε στην πρώτη γωνία. Αλλά άκουσε πυροβολισμούς. Είχε χτυπηθεί σοβαρά στο στομάχι. Σταμάτησε για να ζητήσει βοήθεια. Το τανκ πλησίασε κι άλλο. Δεν θυμάται περισσότερα, μόνο τρία παιδιά στα ποδήλατά τους και ένα τανκ να τα σημαδεύει. Ένας δημοσιογράφος κατέγραψε την σκηνή από μακριά. Το βίντεο τα δίχνει όλα. Τα τρία παιδιά. Τρείς κουκίδες στο βάθος. Ένα άσπρο αμάξι τα προπερνάει και μια γυναίκα απο μέσα τους φωνάζει κάτι - ίσως τα προειδοποιεί. Το αμάξι στρίβει. Ξαφνικά το τανκ εμφανίζεται απο την αριστερή γωνία. Προεξέχει το κανόνι του. Σημαδεύει τα τρία παιδιά πάνω στα ποδήλατά τους. Η εικόνα παγώνει. Ακούγονται πυροβολισμοί. Μια έκρηξη. Παντού θόρυβος, καπνός και σκόνη. Αυτό ήταν. Ο άγνωστος δημοσιογράφος κλείνει την κάμερα.
  Τα ποδήλατά τους είναι τώρα είναι διαλυμένα στην αυλή. Κι έχουν απάνω δύο φωτογραφίες. Η φωτογραφία του Ταρίκ λείπει και ο ίδιος στο νοσοκομείο, δεν ξέρει ότι τα αδέρφια του δεν υπάρχουν πια. Εκείνο το βράδυ έθαψαν τον Αχμέντ και τον Τζαμίλ με τις σοκολάτες σφιγμένες στα χέρια τους.

                                                                                                                            SADAHZINIA
  
To συγκεκριμένο άρθρο προοριζόταν για την εφημερίδα «Ερευνητές» και συγκεκριμένα για την στήλη της Sadahzinia «Παιδογραφίες», αλλά θεωρήθηκε πολύ extreme, σκληρό και πολύ splatter για παιδική εφημερίδα και δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Πιθανότατα να έχουν δίκιο (;) Εσείς θα κρίνετε. Όπως και να χει είναι η καθημερινότητα όλων μας, ενηλίκων κι ανηλίκων

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

''Καθαρές πόλεις''

   Τον τελευταίο χρόνο η άνοδος της ακροδεξιάς ρητορίας στην χώρα είναι εμφανής. Μαζί με τα εμμετικά συνθήματα, τις μισαλλόδοξες απόψεις και τις απάνθρωπες πρακτικές αναπτύσεται και μια άλλη πιο ύπουλη και γλυκιά για τα αυτιά φιλολογία. Η φιλολογία της ''καθαρής πόλης''. Και εξηγούμε. Άνθρωποι που έχουν να πατήσουν στο κέντρο απο τότε που στην Πλάκα πούλαγαν κότες, βγαίνουν στα παράθυρα και μιλάνε για υγειονομικές βόμβες στο κέντρο βάζονται στο στόχαστρο τους μετανάστες, τις πόρνες και τους ναρκομανείς. Τα θύματα δηλαδή αυτού του σάπιου συστήματος φωνάζουν και οι ''φιλελεύθεροι αστοί'' ενοχλούνται απο τις φωνές τους και απαιτούν ηρεμία, τάξη και ασφάλεια.
   Ουσιαστικά ζητάνε (όπως είχε πει κάποτε ο George Carlin) ένα καθαρό μέρος να ζούν. Θεωρούν σαν τίτλο τιμής το να παιρνάνε απο τις υποβαθμισμένες περιοχές και το κάνουν με ένα υφάκι αηδίας και φόβου. Μετά νιώθουν ακόμα πιο σίγουροι για τον εαυτό τους και μιλάνε οργισμένοι για την ''κατάσταση στο κέντρο''. Στα αυτιά μου οι κραυγές για ''καθαρές πόλεις'' στην εποχή που ζούμε ακούγονται ίδιες με τις κραυγές για ''καθαρές φυλές''.
  Καμιά φορά οι απόψεις αυτές γίνονται πράξη. Δημοσιεύονται φωτογραφίες από οροθετικές πόρνες (αυτές που μέχρι πριν ένα μήνα τις γαμάγανε ''πελάτες'', νταβατζίδες και που και που μπάτσοι). Στύνονται στρατόπεδα συγκέντρωσης για ''παράνομους'' μετανάστες και τα πρεζάκια κλείνονται φυλακή (να ψοφήσουν βρέ αδερφέ χωρίς να τους βλέπουμε).
Αυτά απο την ευρωπαική μεν, ''βρώμικη'' δε Αθήνα του 2012.
  
Ανθρωποι που ζουν σε γυάλινα σπίτια δεν θα έπρεπε να πετούν πέτρες. Και άνθρωποι που ζουν σε γυάλινες πόλεις δεν θα έπρεπε να εκτοξεύουν πυραύλους.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

'' Δεν έχεις 3 ευρώ; ''



Θα το ξεκαθαρίσω απ΄την αρχή. Για να είμαστε ξηγημένοι.. Ανήκω στην μεσαία κατηγορία.  (οικονομικά εννοώ). Ποτέ μου δεν έχω πεινάσει, ποτέ δεν εχώ νιώσει την πραγματική φτώχεια στο πετσί μου και χωρίς να κάνω υπερβολές και ανούσιες(για μένα πάντα) σπατάλες, ζώ μια αξιοπρεπή ζωή.
Στο θέμα μας όμως. Έμαθα για την συναυλία του totem. Η είσοδος είναι 3 ευρώ. Ωραία λέω.. Σχεδόν ενθουσιασμένος, πήρα τηλέφωνο τον κολλητό μου (είναι σε χειρότερη θέση απο μένα (οικονομικα πάντα)).  Του ανακοίνωσα όλο χαρά ότι ΄΄επιτέλους, θα πάμε σε ένα live΄΄. Η απάντηση ήταν ΄΄δεν ξέρω.. Θα δούμε΄΄ ΄΄Γιατί;΄΄ των ρώτησα, και η αλήθεια είναι οτι περίμενα να ακούσω καμιά βλακεία.. Όμως αυτό που ακολούθησε ήταν πολύ χειρότερο, ΄΄Δεν έχω λεφτά΄΄. Το κοίταξα. Το ξανακοίταξα. Μου φάνηκε αστείο. ΄΄3 ευρώ;;;;’’. Θυμάμαι μάλιστα ότι έβαλα πολλά ερωτηματικά, ίσως για να τονίσω την βλακεία μου. ΄΄Ναι ρε, δεν έχουμε καθόλου πλέον, σήμερα πήγα σούπερ μάρκετ και πήρα μόνο ψωμί του τοστ΄΄.
 Τα πράγματα σοβάρεψαν ξαφνικά. Το χαζό χαμόγελο έφυγε απ’ το στόμα μου. Δεν θυμάμαι τι του απάντησα. Σίγουρα ήταν κάτι φιλικό, και κάτι χαζό. Θυμάμαι όμως ότι είχα θυμώσει. Δεν ξέρω με ποιόν. Με τον εαυτό μου; Με τον φίλο μου; Με τον κόσμο; Ξαφνικά το βλέμμα μου έπεσε στην ανοιχτή τηλεόραση. Μία ξάνθια γλάστρα περιέγραφε με κάθε λεπτμέρεια το καινούριο πολυτελές σκάφος ενός τηλεοπτικού μαϊντανού. Στο μυαλό μου έρχεται ο στίχος ενός τραγουδιού.
Σας βαρέθηκε η ψυχή μου, καρκινάκια του πλανήτη.  Σκατοκαριόλες!

Υ.Γ. Στην συναυλία θα πάω. Θα έρθει και ο κολλητός μου. Έτσι κι αλλιώς 3 ευρώ είναι μωρέ. Θα τα βρούμε.